Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Έμφυτο το αίσθημα της ηθικής…στα ζώα

Άρθρο

Διά­βα­σα πριν με­ρι­κά χρό­νια, 2-3 δεν θυ­μά­μαι α­κρι­βώς σε κα­θη­με­ρι­νή ε­φη­με­ρί­δα κά­τι που το μά­θαι­να για πρώ­τη φο­ρά, μου έ­κα­νε ό­μως πο­λύ με­γά­λη ε­ντύ­πω­ση και το κρά­τη­σα. Τί­τλος του μι­κρού κομ­μα­τιού «εί­ναι έμ­φυ­το το αί­σθη­μα της η­θι­κής στα ζώ­α». Τα ζώ­α, έ­γρα­φε, έ­χουν έ­να έμ­φυ­το αί­σθη­μα η­θι­κής και δι­καιο­σύ­νης, που...

τους ε­πι­τρέ­πει να ξε­χω­ρί­ζουν το κα­λό α­πό το κα­κό, να συ­μπά­σχουν και να συ­μπα­ρα­στέ­κο­νται στα άλ­λα ζώ­α που πά­σχουν, σύμ­φω­να με βι­βλί­ο ε­νός Α­με­ρι­κα­νού ε­πι­στή­μο­να ει­δι­κού στη με­λέ­τη της συ­μπε­ρι­φο­ράς των ζώ­ων.

«Το βι­βλί­ο α­να­ζω­πύ­ρω­σε τις ε­πι­στη­μο­νι­κές δια­μά­χες για το ε­πί­μα­χο ζή­τη­μα, αλ­λά και έ­δω­σε ε­πι­χει­ρή­μα­τα στους υ­πο­στη­ρι­κτές των φι­λο­ζω­ι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, που ζη­τού­σαν πιο «αν­θρώ­πι­νη», με­τα­χεί­ρι­ση των ζώ­ων, με­τα­ξύ άλ­λων κα­τά τα ε­πι­στη­μο­νι­κά πει­ρά­μα­τα» συ­νέ­χι­σε ο αρ­θο­γρά­φος. Οι ε­πι­στή­μο­νες τε­λευ­ταί­α βρί­σκουν συ­νε­χώς νέ­α στοι­χεί­α ό­τι διά­φο­ρα εί­δη, α­πό τα πο­ντί­κια ως τους πι­θή­κους, εμ­φα­νί­ζουν «η­θι­κούς» κώ­δι­κες συ­μπε­ρι­φο­ράς, που μοιά­ζουν με αυ­τούς των αν­θρώ­πων, α­να­τρέ­πο­ντας τη μέ­χρι πρό­σφα­τα κυ­ρί­αρ­χη α­ντί­λη­ψη ό­τι μό­νο οι άν­θρω­ποι νιώ­θουν πο­λύ­πλο­κα συ­ναι­σθή­μα­τα και έ­χουν έ­να αί­σθη­μα η­θι­κής και δι­καί­ου(!!!).

Σε νέ­ο βι­βλί­ο του ο κα­θη­γη­τής Οι­κο­λο­γί­ας και ε­ξε­λε­κτι­κής Βιο­λο­γί­ας Μαρ­κ Μπέ­κοφ, πη­γαί­νει έ­να βή­μα πα­ρα­πέ­ρα, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας ό­τι η η­θι­κή και η δι­καιο­σύ­νη, εί­ναι κυ­ριο­λε­κτι­κά «κα­λωδιω­μέ­να» στους νευ­ρώ­νες των ε­γκε­φά­λων των θη­λα­στι­κών και πα­ρέ­χουν την κοι­νω­νι­κή «κόλ­λα» που τους ε­πι­τρέ­πει, πα­ρά την ε­πι­θε­τι­κό­τη­τα και α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα τους, να ζουν μα­ζί και να δη­μιουρ­γούν ο­μά­δες, με εμ­φα­νή ί­χνη και αλ­λη­λο­ϋ­πο­στή­ρι­ξης. Συλ­λέ­γο­ντας στοι­χεί­α απ΄ ό­λο τον κό­σμο και ό­λο το ζω­ι­κό βα­σί­λειο, λύ­κους, τσα­κά­λια, ε­λέ­φα­ντες, μα­ϊ­μού­δες, φά­λαι­νες, κ.α. ο Μπέ­κοφ σε συ­νερ­γα­σί­α με την κα­θη­γή­τρια, η­θι­κή φι­λό­σο­φο Τζέ­σι­κα Πίρ­ς, δεί­χνει ό­τι τα πιο δια­φο­ρε­τι­κά εί­δη ζώ­ων εμ­φα­νί­ζουν έ­να έμ­φυ­το αί­σθη­μα δι­καιο­σύ­νης, δεί­χνουν συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση και βο­η­θά­νε τ΄ άλ­λα ζώ­α, που έ­χουν προ­βλή­μα­τα. Αν και υ­πάρ­χουν δια­φο­ρε­τι­κοί «κώ­δι­κες» συ­μπε­ρι­φο­ράς α­πό εί­δος, σε είδος παρ΄ ό­λα αυ­τά υ­πάρ­χει έ­νας κοι­νός η­θι­κός και συ­ναι­σθη­μα­τι­κός «πα­ρο­νο­μα­στής».

Η «η­θι­κή» ό­πως πι­στεύ­ει, α­να­πτύ­χθη­κε στα ζώ­α για να τα βο­η­θή­σει να ρυθ­μί­σουν τη συ­μπε­ρι­φο­ρά τους στις κοι­νω­νι­κές ο­μά­δες τους και να ε­λέγ­ξουν, με­τα­ξύ άλ­λων, τις με­τα­ξύ τους μά­χες, ώ­στε να εν­θαρ­ρύ­νουν τη συ­νερ­γα­σί­α και την αλ­λη­λεγ­γύ­η, δια­δι­κα­σί­ες που λί­γο-πο­λύ ί­σχυ­σαν και κα­τά την ε­ξέ­λι­ξη των αν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νιών.

Τε­λευ­ταί­ες με­λέ­τες νευ­ρο­ε­πι­στη­μό­νων έ­χουν δεί­ξει ό­τι θη­λα­στι­κά με μα­κρι­νή συγ­γέ­νεια, ό­πως οι φά­λαι­νες και τα δελ­φί­νια, έ­χουν τις ί­διες ε­γκε­φα­λι­κές δο­μές με αυ­τές που πι­στεύ­ε­ται ό­τι στους αν­θρώ­πους εί­ναι υ­πεύ­θυ­νες για τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση του άλ­λου. Με με­λέ­τες, δια­πι­στώ­θη­κε μά­λι­στα πως ο­ρι­σμέ­να ζώ­α εί­ναι ι­κα­νά να δεί­ξουν συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση και συ­μπό­νια για τα βά­σα­να άλ­λων ζώ­ων. Με­τα­ξύ άλ­λων, α­να­φέ­ρο­νται πε­ρι­πτώ­σεις δελ­φι­νιών που βο­ή­θη­σαν αν­θρώ­πους να ξε­φύ­γουν α­πό καρ­χα­ρί­ες και ε­λε­φά­ντων που βο­ή­θη­σαν αντιλόπες ή άλ­λα ζώ­α να ξε­φύ­γουν α­πό πα­γί­δες.

Εί­ναι α­λή­θεια πε­ρί­ερ­γο, πό­σο οι άν­θρω­ποι πε­ρι­φρο­νούν γνώ­σεις, χα­ρές και μα­θή­μα­τα που τους προ­σφέ­ρο­νται δω­ρέ­αν. Η φύ­ση, σ΄ ο­ποιο­δή­πο­τε φι­λο­σο­φι­κό σύ­στη­μα κι΄ αν α­νή­κουν οι με­γά­λοι πα­ρα­τη­ρη­τές και με­λε­τη­τές της, Δαρ­βί­νος, Λα­μάρ­κ κ.α. δί­νει έ­να θαυ­μά­σιο μά­θη­μα α­γά­πης, συμ­βί­ω­σης, συ­νοί­κη­σης. Αυ­τή προ­σφέ­ρει στον άν­θρω­πο το α­λη­θι­νό δί­δαγ­μα για μια ζω­ή πραγματική, αποκαλυπτικά υποβλητική. Το ένστικτο της ζωής κα­τά κοι­νω­νί­ες α­παιτεί την προ­σαρ­μο­γή στην ορ­γα­νω­μέ­νη ζω­ή. Ο άν­θρω­πος που θε­ω­ρεί­ται ζώ­ο κοι­νω­νι­κό δη­μιουρ­γεί με τους όμοιους του ο­μά­δες, μπο­ρεί δια­φο­ρε­τι­κές απ΄ ό­λες τις άλ­λες, αλ­λά με αρ­κε­τές συγ­γέ­νειες μ΄ αυ­τές.

Οι μό­νι­μες κοι­νω­νι­κές ο­μά­δες α­μοι­βαί­ας βο­ή­θειας στο ζωϊκό βασίλειο που ο­νο­μά­ζο­νται α­γέ­λες, σμή­νη, κο­πά­δια πι­θα­νόν ν΄ α­πο­τε­λούν την πιο με­γά­λη κοι­νω­νι­κή ορ­γά­νω­ση. Τα μέ­λη που α­νή­κουν σε μια ας πού­με α­γέ­λη αλ­λη­λο­βο­η­θού­νται. Αν π.χ. έ­να ψά­ρι βρει τρο­φή, α­μέ­σως, μα­ζεύ­ο­νται και άλ­λα. Αν έ­να κα­τα­λά­βει τον κίν­δυ­νο, ο­λό­κλη­ρη η α­γέ­λη ε­ξα­φα­νί­ζε­ται για να κρυ­φτεί. Κοι­νω­νι­κή ορ­γά­νω­ση πο­λύ α­νε­πτυγ­μέ­νη έ­χουν και πολ­λά που­λιά. Έ­τσι, ό­ταν έ­να σμή­νος που κι­νεί­ται αλ­λά­ζει ξαφ­νι­κά κα­τεύ­θυν­ση, στρί­βουν ό­λα μα­ζί με τέ­λειο συ­ντο­νι­σμό. Το κοι­νω­νι­κό αν­θρώ­πι­νο σύ­στη­μα, πο­λύ πιο πο­λύ­πλο­κο, δεν κα­τά­φε­ρε να κρα­τή­σει τη συ­νο­χή και ν΄ α­ντα­πο­κρι­θεί στις α­νά­γκες των πιο α­δύ­να­των με­λών της ού­τε και να προ­στα­τεύ­ει τους νε­ό­τε­ρους α­πό τους με­γα­λύ­τε­ρους, ούτε τους ασθενέστερους από τους ισχυρούς. Στην πο­ρεί­α της ε­ξέ­λι­ξης ο άν­θρω­πος ξε­χά­στη­κε, πα­ρα­σύρ­θη­κε, ξέ­φυ­γε ί­σως α­πό την αρ­χι­κή του πο­ρεί­α και στην προ­σπά­θεια του ό­χι μό­νο ν΄ α­ντι­με­τω­πί­σει τις ε­πεί­γου­σες α­νά­γκες και βα­σι­κές α­παι­τή­σεις της ζω­ής, αλ­λά να ε­πι­κρα­τή­σει, να γί­νει πλού­σιος και δυ­να­τός, έ­μει­νε μό­νος, χω­ρίς στε­νούς ψυ­χι­κούς δε­σμούς, χω­ρίς συ­ντρο­φιά που δεν ο­μορ­φαί­νει α­πλά τη ζω­ή, αλ­λά της δί­νει νό­η­μα και α­πο­τε­λεί πη­γή χα­ράς. Μπο­ρεί να μην εί­ναι τυ­χαί­ο το γε­γο­νός ό­τι τα παι­διά έ­χουν κα­λύ­τε­ρη σχέ­ση με τα ζώ­α.

Είναι φανερό πως το παι­δί α­να­πτύσ­σει μια ι­διαί­τε­ρη σχέ­ση με το ζώ­ο, λό­γω των κοι­νών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών που έ­χουν α­πέ­να­ντι στον κυ­ρί­αρ­χο κό­σμο των ε­νη­λί­κων. Ού­τε τα μω­ρά ού­τε τα ζώ­α μι­λούν τη γλώσ­σα «των με­γά­λων», ε­ξου­σιά­ζο­νται α­πό τους ε­νή­λι­κες, ε­ξαρ­τώ­νται α­πό αυ­τούς, λει­τουρ­γούν πε­ρισ­σό­τε­ρο με το έν­στι­κτο, βιώ­νουν κα­θη­με­ρι­νά την ε­ξου­σί­α των ε­νη­λί­κων.

Γί­νο­νται τα παι­διά οι προ­στά­τες των ζώ­ων στο σπί­τι και τα ί­δια με­γα­λώ­νουν με συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ο­μα­λό­τη­τα. Δια­πι­στώ­θη­κε α­κό­μα πως η συ­νύ­παρ­ξη με τα κα­τοι­κί­δια ε­πη­ρε­ά­ζει βα­θιά το ψυ­χι­σμό των ανθρώ­πων. Θαυ­μα­τουρ­γή η συ­νει­σφο­ρά και η συ­ντρο­φιά των κατοικίδιων πο­λύ ω­φέ­λι­μη, σε ά­το­μα που χρειά­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρη βο­ή­θεια και πιο πο­λύ χρό­νο, υ­πο­μο­νή, πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­πο, κά­ποια θυ­σί­α (σκύ­λος ο­δη­γός, πι­στός φί­λος και σύ­ντρο­φος). Μα­κά­ρι να μπο­ρού­σα­με να μι­μη­θού­με τα ζώ­α, να τους μοιά­σου­με. Αυ­τά, πα­γί­δες, σ΄ έ­να κα­τα­πληκτικό πλού­το α­πό κα­τα­πα­κτές, δί­χτυα, λαιμοπέδες, μέ­χρι ξό­βερ­γα και δο­λώ­μα­τα, χρη­σι­μο­ποιούν μό­νο για να προ­σελ­κύ­ουν και να πιά­νουν την λεί­α τους. Τανάλιες και μα­χαί­ρια έ­χουν τα πό­δια των αρ­πα­κτι­κών μό­νο σαν όργανα της τρο­φής, α­γκί­στρια, αρ­πά­γες, σχοι­νιά, βε­ντού­ζες κι΄ άλ­λες… κολ­λη­τι­κές ου­σί­ες έ­χουν μό­νο τα συ­στή­μα­τα στε­ρέ­ω­σης τους. Τα ζώ­α δεν εί­ναι η­θι­κά με την έν­νοια που εί­ναι (ή που έ­πρε­πε να εί­ναι) οι άν­θρω­ποι, δη­λα­δή μ΄ έ­να κα­λά α­νε­πτυγ­μέ­νο και λο­γι­κό αί­σθη­μα κα­λού και κα­κού, ό­μως η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κα­τα­νό­η­ση, η α­ντα­πό­δο­ση, η ε­πι­θυ­μί­α συ­νερ­γα­σί­ας και αρ­μο­νί­ας εί­ναι μια σει­ρά α­πό ψυ­χο­λο­γι­κές τά­σεις και ι­κα­νό­τη­τες που εν­σω­μα­τώ­νει μια η­θι­κή, πο­λύ πα­λαιό­τε­ρη από το αν­θρώ­πι­νο εί­δος και που άρχισε να εκλείπει ή να παρουσιάζει σπάνη σ΄ αυτό.

ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΗΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΟΥ

epiloges.co/wordpress

Δεν υπάρχουν σχόλια: